αναχωρητής


αναχωρητής
[анахоритис] ουσ. а. отшельник,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναχωρητής" в других словарях:

  • αναχωρήτης — ο отшельник, затворник, пустынник, анахорет …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀναχωρητής — one who has retired from the world masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναχωρητής — Αυτός που ζει απομονωμένος σε ερημικούς τόπους. Ως μορφή θρησκευτικής ζωής, ο αναχωρητισμός πρωτοεμφανίστηκε στην Αίγυπτο τον 3ο αι. μ.Χ. (Παύλος ο Θηβαίος) και διαδόθηκε στη Συρία και την Παλαιστίνη. Τα κύρια χαρακτηριστικά του αναχωρητισμού… …   Dictionary of Greek

  • αναχωρητής — ο ασκητής, ερημίτης: Ο Αλέξ. Παπαδιαμάντης ουσιαστικά ήταν ένας αναχωρητής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σαρματάς — Αναχωρητής από την Αίγυπτο, που τον έσφαξαν οι Σαρακηνοί, σε επιδρομή τους στη Θηβαΐδα (362). Η Αν. Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 30 Αυγούστου. Αναφέρεται και με το όνομα Σαρμάτιος …   Dictionary of Greek

  • ἀναχωρηταῖς — ἀναχωρητής one who has retired from the world masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναχωρηταί — ἀναχωρητής one who has retired from the world masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναχωρητοῦ — ἀναχωρητής one who has retired from the world masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναχωρητῇ — ἀναχωρητής one who has retired from the world masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναχωρητήν — ἀναχωρητής one who has retired from the world masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)